γριπεύς

γρῑπ-εύς, έως, ,
A fisher, Sapph.120, Theoc.1.39, Mosch.Fr.1.9, AP7.305 ([place name] Addaeus), Procop.Pers.1.4.
2 maker of fishing-nets, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γριπεύς — γριπεύς, ο (Α) [γρίπος] 1. ψαράς 2. αυτός που κατασκευάζει αλιευτικά δίχτυα …   Dictionary of Greek

  • γριπεύς — γρῑπεύς , γρίπων fisherman masc nom sg γριπεύς fisher masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γριπεῖς — γρῑπεῖς , γρίπων fisherman masc acc pl γρῑπεῖς , γρίπων fisherman masc nom/voc pl (parad form) γριπέω catch pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) γριπεύς fisher masc acc pl γριπεύς fisher masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γριπέων — γρῑπέων , γρίπων fisherman masc gen pl γρῑπέω̆ν , γρίπων fisherman masc gen pl γριπέω catch pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) γριπεύς fisher masc gen pl γριπέω̆ν , γριπεύς fisher masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Greifen — Greifen, verb. irreg. Imperf. ich griff; Mittelw. gegriffen; welches in doppelter Gestalt üblich ist. I. Als ein Neutrum, mit dem Hülfsworte haben, mit ausgesperrten und gekrümmten Klauen oder Fingern schnell und gewaltsam anfassen. 1. Eigentlich …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • HALIEUTICUM Boletar — librarum XX. apud Treb. Poll. in Claud. inter dona Gallieni ad Claud. misla: expressum caelo habebat piscatoris vel piscaturae speciem, unde nomen. Quam variis enim argumentis, in caelandis vasis, Vett. luxuria luserit, notum. Sic plane apud… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γρίπων — γρίπων, ο (Α) [γρίπος] ο γριπεύς …   Dictionary of Greek

  • γριπάρης — και γρυπάρης ο [γρίπος ή γρύπος] 1. ο γριπεύς, αυτός που ψαρεύει με γρίπο 2. αυτός που κατασκευάζει γρίπους …   Dictionary of Greek

  • γριπεύω — (Μ γριπεύω) [γριπεύς] ψαρεύω με γρίπο …   Dictionary of Greek

  • γριπηίς — γριπηίς, η (Α) [γριπεύς] φρ. «γριπηίς τέχνη» η αλιευτική …   Dictionary of Greek

  • σκοπιάζω — Α [σκοπιά] (ποιητ. τ.) 1. παρατηρώ από ψηλό τόπο, κατοπτεύω 2. (γενικά) κοιτάζω («δηρὸν δὲ καθήμενος ἐσκοπίαζον», Ομ. Οδ.) 3. κατασκοπεύω κάποιον 4. (για όμιλο λάτρεων τής Ίσιδος) προσέχω μήπως φανεί κοπάδι ψαριών 5. μέσ. σκοπιάζομαι έχω τον νου… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.